ΚΑΠΟΤΕ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΑ του Μάριου Μάζαρη

0 No tags Permalink 0
[fblike]

 

Κάποτε υπήρξα μεγάλος. Δε θυμάμαι πότε ακριβώς ήταν αυτό το κάποτε να το πω, κάποτε ίσως το θυμηθώ. Όχι το κάποτε που υπήρξα, απλώς ότι υπήρξα μεγάλος. Από τότε έκανα μεγάλες προσπάθειες να το ξεχάσω. Να σβήσω μέρα προς μέρα μια ενηλικίωση που δεν έχει πολλά πράγματα να υπόσχεται ή να εκπληρώνει. Θέλω να πω, σαν παιδί είχα κάτι να περιμένω, είχα έναν στόχο στο μυαλό μου, μια δουλειά, μια οικογένεια, μια περιουσία, μια διαθήκη. Τώρα ο στόχος είναι το ίδιο το μυαλό μου. Να το διατηρήσω, να μην τους αφήσω να το διαλύσουν, να το πλύνουν, να το απλώσουν και να τη χάσει την πρώτη εκείνη του φρεσκάδα.
Κάποτε τα πόδια μου ήταν αρκετά όσο έφταναν να σκαρφαλώσω σε μια κούνια, να ταξιδέψω αυτές τις ημικύκλιες πορείες κλωτσώντας τον πηχτό αέρα μπροστά μου. Τα πόδια μου τότε είχαν δύναμη κι ας βρίσκονταν στον αέρα. Κάποτε έτρεχα και ένιωθα σαν κουρδιστό παιχνίδι που κάποιος κούρδισε και δε με ένοιαζε το ποιος , ούτε είχα συναίσθηση πότε θα ξεψυχούσε το κούρδισμά μου. Διασκέδαζα την πορεία μου. Τώρα το νιώθω πιο βαρύ το χέρι που κουρδίζει το κορμί μου κι όλο πιο άγαρμπα τα δάκτυλά του όλο και κάποιον σκόνδυλο τσακίζουν .
Κάποτε υπήρξα μεγάλος. Κοιμόμουν και ξυπνούσα και το σώμα μου μεγάλωνε, τα άγχη μου μεγάλωναν, τα χρέη μου μεγάλωναν. Τα έβαζα για ύπνο, όμως αυτά παραφυλούσαν και ξυπνούσαν πριν από μένα, ίσα να μου ταράξουν τον δικό μου ύπνο και να γελάσουν. Η μέρα μου και το ταξίδι μου ήταν μονάχα η τροφή τους. Να τα κοιτάζω να χορταίνουν με το γέλιο που έχανα , να γιγαντώνονται όσο εγώ δίπλα τους μίκραινα.
Και τώρα τι άλλαξε;
Πρόσφατα βρήκα στο συρτάρι ένα παλιό μου όνειρο και το φόρεσα. Δεν πειράζει που τώρα δε μου κάνει σε νούμερο, πάντα τα χέρια και τα πόδια ήξεραν να χάσκουν ακάλυπτα. Ξεκίνησα να περπατώ στους δρόμους με τ’ όνειρο φορεμένο, κανείς δεν κοιτούσε πόσο μικρό μου είναι. Κανένα χέρι δε με κούρδιζε στην πλάτη, δεν είχαν θέση τα γρανάζια στη στολή μου. Αντιθέτως με έκριναν για το πόσο μεγάλος είμαι εγώ μέσα σ’αυτό. Ας είναι. Ο κόσμος όλος κρίνει. Εμένα με νοιάζει να μη νιώθω γυμνός. Να έχω ένα όνειρο να ντύνομαι κι ας είναι μικρό. Η παιδική μου ηλικία εξάλλου δεν είχε άγχος,δεν είχε χρέη, δεν είχε ευθύνες. Τα όνειρά της ήταν και είναι αφορολόγητα.
Κι έτσι στο πάτωμα του σπιτιού μου θα καθίσω, παρέα με μια κούτα στολίδια χριστουγέννων που τα χέρια του ενήλικα που κάποτε είχα δεν τολμούσαν να πιάσουν , από φόβο μη ραγίσουν και τους κάνουν κακό. Όταν περάσουν τα Χριστούγεννα θα μπω μαζί τους στην ίδια κούτα με τον ίδιο φόβο. Μη με αγγίξουν εμένα άλλα χέρια και ραγίσω.

No Comments Yet.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *