RAVI SHANKAR – THE S(I)TAR MAN

[fblike]

      Η ινδική κλασσική μουσική είναι αναμφίβολα τόσο δύσκολη όσο και η δυτική. Αν ο μέσος ακροατής μπορεί να απολαύσει αισθητικά κυρίως την ακρόαση της τελευταίας τα πράγματα γίνονται λίγο πιό περίπλοκα με την ινδική που είναι πιό δύσπεπτη και μερικές φορές πιό μονότονη παρά την φανερή ποικιλομορφία της. Κάτω απ’ αυτή την οπτική το γεγονός ότι ένας μουσικός στη διαδρομή του στον 20ό αιώνα κατάφερε να γνωρίσει στο μέσο δυτικό αυτί την αυστηρή δομή της εξαιρετικής τέχνης της Ινδικής Κλασσικής Μουσικής και να επηρρεάσει ακόμα και το κυρίαρχο ροκ που από τα ‘60ς σάρωσε όλη την υφήλιο είναι από μόνο του καθαρό επίτευγμα! Ο Ravi Shankar θεωρείται πλέον, υπ’ αυτή την έννοια ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της ινδικής κουλτούρας σ’ ολο τον κόσμο που σαν άλλος Χιώτης έβαλε στα σαλόνια της Ευρώπης και της Αμερικής μια σοφιστικέ μουσική που αναμετρήθηκε ως ίσος προς ίσο με το ροκ, την ποπ, τη τζαζ (με την οποία είχε αρκετές συγγένειες) αλλά και την κλασσική. Το μυστικό; Ο φορέας της είχε ανοιχτό νου ώστε και να «συνεργαστεί» με πολλά απ’ αυτά τα είδη όσο και να δώσει μπόλικα στοιχεία από την απαράμιλλη τέχνη του σε όσους καλοπροαίρετους προσέγγιζαν με περίσσειους εγκεφαλικούς νευρώνες έτοιμους να δεχτούν να μπολιάσουν την φόρμα τους με τα ανατολίτικα περίτεχνα στολίδια. Από την άλλη οι αμοιβαίες παραχωρήσεις που έκανε δεν στέρησαν ποτέ τη μουσική του από τη σοβαρότητα, τη μεγαλοσύνη και την μουσικολογική αρτιότητα που έφερε στις αποσκευές της από τους προγόνους του. Το sitar είναι πλέον αυνώνυμο με το επώνυμο Shankar και το επώνυμο συνώνυμο της εθνικής μουσικής της Ινδίας.

         Ο Robindro Shankar Chowdhury γεννήθηκε στην Ghazipur Varanasi, μία ιερή πόλη και ήταν ο νεότερος από τα 7 αδέρφια του. Ο πατέρας του αν και κυβερνητικός αξιωματούχος ήταν και δεινός τραγουδιστής κι έτσι ο μικρός Shankar μεγαλώνει μέσα σε μουσική ατμόσφαιρα αν και σε φτωχό σχετικά περιβάλλον. Η ευκαιρία να ξεφύγει του δίνεται όταν εντάσσεται στο χορευτικό σχήμα του αδερφού του Uday κι έτσι ως χορευτής έρχεται σε επαφή με το περιβάλλον των μεγάλων πόλεων της Αμερικής και της Ευρώπης. Μαθαίνει γαλλικά, ανακαλύπτει τη δυτική κλασσική μουσική, τη τζαζ και τον κινηματογράφο και χάριν της έμφυτης φινέτσας του γρήγορα ενστερνίζεται τις δυτικές συνήθειες, χωρίς ωστόσο να παρασύρεται από τις όποιες έκλυτες συνήθειες κουβαλούσαν αυτές. Θα συναντήσει τους Gertude Stein, Cole Porter, Clark Gable, Joan Crwford και θα δει από κοντά τους Stravinsky, Toscanini, Cab Calloway, Duke Ellinghton και πολλούς άλλους. Η καρδιά του έμενε πάντοτε πιστή στη μητέρα – πατρίδα. Στη διάρκεια μιας περιοδείας θα συναντήσει τον δάσκαλο του σιτάρ Allauddin Khan, θα γοητευτεί από το όργανο που πρώτη φορά ακούει και θα πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει το γκρουπ και να ακολουθήσει τον guru πίσω στην Ινδία. Στην Maihar τα επόμενα έξι χρόνια, αν και στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα κλειστεί στο άσραμ του δασκάλου του και θα μάθει τη μουσική μέσα από το σιτάρ και την ασκητική μέσα από τη μουσική. Το τρίπτυχο αυτό θα τον ακολουθάει μέχρι το τέλος της ζωής του και αυτό θα μεταλαμπαδεύσει κι εκείνος  στους δικούς του μαθητές.

        Κοντά στον δάσκαλό του έχει να μάθει πολλά. Μουσικά όργανα, μουσικά είδη, τεχνικές χαλάρωσης και οπτικές που τον βοηθούν να εισχωρήσει στην ουσία της τέχνης του που δεν ήταν ξεκομμένη από τη φιλοσοφία της ζωής! Μελετάει νυχθημερόν μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλά του, μέχρι να αγγίξει κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας κάθε raga που καλείται να ερμηνεύσει. Μόνο αγγίζοντας την τελειότητα θα απελευθερωθεί από τους κανόνες. Μόνο υπηρετώντας την μουσική θα την μεταμορφώσει. Μόνο προσφέροντας τον εαυτό του σ’ αυτήν θα την προχωρήσει κι έτσι θα αναγεννηθεί κι ο ίδιος. Σπουδάζει μαζί με τα παιδιά του Khan, όπως με τον μάστερ αργότερα του sarod Ali Akbar Khan και την Annapurna Devi την οποία αργότερα παντρεύεται. Οι πρώτες δειλές εμφανίσεις έρχονται τον Δεκέμβριο του 1939 αλλά η πρώτη επίσημη εμφάνισή του γίνεται με τον Ali. Οι σπουδές του τελειώνουν το 1944 και τότε εντάσσεται στην India People’s Theatre Association για την οποία γράφει μουσική για μπαλέτο ως το 1946. Τα μέλη του θα του μάθουν το πατριωτικό (εναντίον της Βρεττανικής κυριαρχίας) τραγούδι ‘’ Sare Jahan Se Achcha“ το οποίο θα ενορχηστρώσει με το δικό του τρόπο και θα το δώσει να το ερμηνεύσει η Lata Μangeshkar με την οποία θα γνωρίσει τεράστια επιτυχία τέτοια που θα το καταστήσει ανεπίσημο εθνικό ύμνο. Μέσα στους στίχους θα βρούμε και αναφορά στην Ελλάδα (http://en.wikipedia.org/wiki/Saare_Jahan_Se_Achcha) και τον πολιτισμό της!

      Οι ηχογραφήσεις ξεκινούν για την His Master Voice της Ινδίας και μια θέση τον περιμένει στον ρ/σ All India Radio (AIR) στο Νεο Δελχί που την κρατάει μέχρι το 1956. Θα προλάβει ωστόσο να σχηματίσει την Εθνική Ινδική Ορχήστρα, όχημα πολύτιμο για τις συνθέσεις του που δε διστάζουν να ενσωματώσουν και δυτικά ενορχηστρωτικά μοτίβα. Οι πρώτες δημοφιλείς συνθέσεις του θα γραφτούν για την τριλογία Apu του Satyajit Ray (http://www.imdb.com/title/tt0052572/). Εν τω μεταξύ ο V. K. Narayana Menon διευθυντής του σταθμού γνωρίζει τον Shankar στον βιολονίστα διεθνούς φήμης Yehudi Menuhin όταν ο τελευταίος επισκέπτεται για πρώτη φορά την χώρα το 1952. Το 1954 επισκέπτεται την Σοβιετική Ένωση ως μέλος της Εθνικής Πολιτιστικής Αντιπροσωπείας της χώρας ενώ το 1955 ο Menuhin τον καλεί να εμφανιστεί στην Νέα Υόρκη όπου το ίδρυμα Ford ήταν σπόνσορας για την πρώτη παρουσίαση σε αμερικάνικο έδαφος της ινδικής μουσικής. Το Bollywood κυριαρχούσε και το ενδιαφέρον για τον μουσικό πολιτισμό της Ινδίας ήταν αυξημένο. Ας μην ξεχνάμε και το δημοφιλές exotica μοτίβο που κυριαρχούσε και λειτουργούσε υποβοηθητικά στην ενασχόληση με όλους αυτούς τους ‘’εξωτικούς’’ προορισμούς, στους οποίους λίγο αργότερα θα συμπεριλαμβανόταν και η Ελλάδα. Ο Shankar όμως λόγω προβλημάτων με το γάμο του δε καταφέρνει να αποδεχθεί την τιμητική πρόσκληση και αντ’ αυτού θα στείλει τον Ali Akbar Khan ο οποίος γίνεται ο πρώτος Ινδός κλασσικής μουσικής που εμφανίζεται στα αμερικάνικα ΜΜΕ  και ηχογραφεί για την Angel Records την πρώτη ολοκληρωμένη raga (Music of India: Morning and Evening Ragas-1955). Η τεράστια επιτυχία του δίσκου δίνει το έναυσμα στον Shankar να ξεκινήσει διεθνή περιοδεία το 1956 και να αρχίσει να επιμορφώνει σιγά σιγά μικρά ακροατήρια σε μικρούς συναυλιακούς χώρους για το είδος. Στο Λονδίνο πραγματοποιεί το πρώτο του LP ‘’Three Ragas’’ (1956 Angel) ενώ το 1958 παίρνει μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις για την 10η επέτειο των Ηνωμένων Εθνών καθώς και στο φεστιβάλ της Unesco στο Παρίσι. Ο Shankar  είναι ο πρώτος Ινδός που γράφει μουσική για ταινίες που δεν ανήκουν στην κινηματογραφία της χώρας του. Το 1962 ιδρύει το Kinnara School of Music στο Μουμπάϊ, ενώ η φιλία του με το αφεντικό της World Pacific Records, Richard Bock θα τον οδηγήσει να ηχογραφήσει εκεί τα περισσότερα άλμπουμ του στα 50ς και 60ς. Σε κάποια απ’ αυτές τις ηχογραφήσεις στο διπλανό στούντιο θα τον ακούσουν τα μέλη των Byrds και θα χρησιμοποιησουν στοιχεία στη μουσική τους. Όμως η κίνησή τους να τον φέρουν σε επαφή με τον George Harrison των Beatles θα αποβεί ‘’μοιραία’’ και για τις δύο πλευρές. Ο Harrison αμέσως ενδιαφέρεται για το είδος, αγοράζει ένα σιτάρ και το χρησιμοποιεί για να γράψει το ‘’Norwegian Wood (This bird has flown)’’. Μια πραγματική υστερία δεν αργεί να εμφανιστεί που θα οδηγήσει πρόσκαιρα και στο υβρίδιο του raga rock. O Harrison ετοιμάζει σύντομα τις βαλίτσες του για την Ινδία για να μαθητεύσει κοντά στον δάσκαλο sitar. Λέγεται ότι αμα τη αφίξει του Harrisson ο Ινδός δάσκαλος του ζητά να μεταμφιεστεί για να περνάει απαρατήρητος στη πόλη και ο Άγγλος μαθητής αφήνει μούσι (αργότερα ο ίδιος θα σχολιάσει ως ανόητη την ιδέα), αλλάζει ενδυμασία και υιοθετεί τα ντόπια έθιμα. Όμως δε καταφέρνει να ξεγελάσει έναν νεαρό του ασανσέρ στο ξενοδοχείο που έμενε και σε λίγο πλήθος θαυμαστών του είχαν κατακλύσει την είσοδο του Taj Mahal Palace. O Shankar γρήγορα τον παίρνει στο Srinagar και η μαθητεία συνεχίζεται σ΄ ένα πλοιάριο.   Στιγμιότυπα υπάρχουν στο ντοκυμανταίρ ‘’Raga’’ που γυρνούσε εκείνη τη περίοδο ο Howard Worth.

        H σχέση του Shankar με τον Harrison θα εκτοξεύσει την δημοφιλία του πρώτου στα ύψη και τότε του απονέμεται ο τίτλος που θα τον ακολουθήσει μέχρι το τέλος της ζωής του δηλ του ‘’πιό φημισμένου Ινδού μουσικού στον πλανήτη’’! Το 1967 εμφανίζεται στο Monterey Pop Festival. Αρνείται να είναι στο ίδιο team εμφάνισης με τον Jimi Hendrix γιατί θεωρούσε ιεροσυλία το χειρισμό της κιθάρας από τον συνάδελφό του ο οποίος πάνω στη σκηνή τη χρησιμοποιούσε ως σεξουαλικό υπονοούμενο και στο τέλος την έκαιγε.Έρχεται και το πρώτο Grammy για τη συνεργασία του με τον Yehudi Menuhin στο «West Meets East» χρονιά που οι Beatles κερδίζουν Grammy για άλμπουμ της χρονιας με το ‘’ Sgt Peppers Lonely Hearts Club Band’’ στο οποίο το κομμάτι «Within you without you» είναι επηρρεασμένο από την ινδική μουσική. Ο Shankar δεν αργεί να ανοίξει ένα παράρτημα της σχολής του Kinnara στο Λος Άντζελες και το Μάϊο του 1968 δημοσιεύει τη πρώτη του αυτοβιογραφία με τίτλο ‘’My Music, My Life’’. Το φεστιβάλ Γούντστοκ τον καλεί, εκείνος πρόθυμα εμφανίζεται αλλά η εμπειρία του δεν θα είναι η καλύτερη κι έτσι στα 70ς θα πάρει αποστάσεις από το κίνημα των χίππυς. Ο ίδιος χαρακτηρίζει την εμφάνισή του ‘’τρομακτική εμπειρία’’ όταν το πολυπληθές κοινό του υπενθυμίζει την βρωμιά των ιερών ζώων στην Ινδία. Ήταν τόσο ταραγμένος που θα κάνει πάνω από ενάμισυ χρόνο να ξαναπατήσει το πόδι του στην Αμερική.

      Αυτή δεν θα είναι η μόνη του εμφάνιση σε φεστιβάλ μεγάλου βεληνεκούς. Δική του ήταν η ιδέα να διοργανωθεί το Concert for Bangladesh τον Αυγουστο του 1971 για τα θύματα του πολέμου που μαινόταν σ’ εκείνη την περιοχή και ο πιστός φίλος και μαθητής του Georges Harrison δεν αργεί να την υλοποιήσει. Αυτή η διοργάνωση είναι και η απαρχή τέτοιων πρωτοβουλιών που κρατάει ως τις ημέρες μας! Αν και η ινδομανία φθίνει σιγά σιγά το άλμπουμ με τη συναυλία γίνεται τεράστια εμπορική επιτυχία. Το 1973 κυκλοφορεί το ‘’Transmigration Macabre’’ που δεν είναι τίποτα άλλο από τη μουσική του συνθέτη για την αγγλική ταινία ‘’Viola’’. Οι πρώτες επιπλοκές στην υγεία του θα εμφανιστούν κατά την περιοδεία του για την προώθηση του δίσκου ‘’Shankar Family & Friends’’ με τον Harrison, στην οποία τον αντικαθιστά προσωρινά η Lakshmi Shankar.  Η δημοτικότητα του δημιουργού ανεβαίνει αλλά η φρενίτιδα για το είδος είναι πια παρελθόν. Ο συνθέτης θα διαλέγει πάντοτε μικρά ακροατήρια αφού συνειδητοποιεί ότι ο σπόρος που επιμελώς έριξε και πότιζε τόσα χρόνια αποδίδει καρπούς σε συνειδητοποιημένους πλέον ακροατές, λιγότερους αλλά πιό καταρτισμένους άρα διαχρονικά θαυμαστές της τέχνης του. Η υποψηφιότητα για Όσκαρ μουσικής στην ταινία ‘’Gandi’’ του Ρίτσαρντ Ατένμπορο δεν μεταφράζεται και σε Όσκαρ αφού το κερδίζει η μουσική του John Williams για τον ‘’Ε.Τ.’’.

        Η κλασική μουσική δεν άφησε ποτέ ανεπηρρέαστο τον Shankar. Πέρα από τα κονσέρτα του για σιτάρ και ορχήστρα η συνεργασία του με τον μινιμαλιστή Philip Glass θεωρείται ως η κορωνίδα της εμβάπτισής του στα σύγχρονα μουσικά ρεύματα. Στο ‘’Passages” η Δύση ενώνεται με πραγματικά αριστουργηματικό τρόπο με την Ανατολή και μετά από πολλά χρόνια μαθητείας ο μαθητής Glass κουβεντιάζει με το δασκαλο Shankar με τις γέφυρες να δημιουργούν μια μοναδική ατμόσφαιρα σ’ ένα άλμπουμ – αναφορά του 20ου αιώνα!

     Η καλλιτεχνική του πορεία στη δεκαετία του 90 αλλά και στη πρώτη του 21ου αιώνα θα κυλήσει με άλλη μια αυτοβιογραφία, πολλά άλμπουμ, αμέτρητες παγκόσμιες περιοδείες, πολλές βραβεύσεις του και παρασημοφορήσεις, ανοίγματα σε συνεργασίες με πολλούς σπουδαίους μουσικούς από πολλά είδη,όπως αυτές με τον δεξιοτέχνη στο φλάουτο Jean Pierre Rampal, τον μάστερ του σακουχάσι Hosan Yamamoto αλλά και του κότο Musumi Miyashita, πολλές ομιλίες σε πανεπιστήμια του κόσμου (σε πολλά απ’ τα οποία κατείχε και θέσεις επίτημου λέκτορα) αλλά και την προώθηση της κόρης του Anoushka Shankar η οποία θα τον διαδεχτεί στο όνομα και στο όργανο έχοντας συμμετάσχει τη τελευταία δεκαετία σε πολλά κονσέρτα του. Η τελευταία του εμφάνιση έμελλε να είναι εκείνη στο Terrace Theater στο Long Beach της Καλιφόρνιας όπου υποστηριζόταν απο αναπηρική καρέκλα και μάσκα οξυγόνου στα 92 του χρόνια!

      Σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία επαναπροσδιορίζει τη θέση της ο Shankar ιδρύει τη δική του ετικέτα στην οποία κυκλοφορεί και η τελευταία του ηχογράφηση «The Living Room Sessions, Pt. 1» (Εast Meets West, 2012) που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του και είναι υποψήφια  (το βραδυ της εγχείρησης του) για τα Grammy toy 2013.

       Χτυπημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά επεισόδια από τη δεκαετία του ’60 στις 6 Δεκεμβρίου μπαίνει στο νοσοκομείο για άλλη μια επέμβαση. Αν και πετυχαίνει ο ασθενής οργανισμός του δεν αντέχει και στις 11 Δεκεμβρίου ανακοινώνρται από την οικογένειά του ο θάνατός του στο πλευρό της γυναίκας του και των δύο θυγατέρων του Anoushka Shankar και Nora Jones (πρόκειται για την φημισμένη τζαζ-ποπ τραγουδίστρια).

     Η πρώτη αναφορά σε αμερικάνικη εφημερίδα για τον νεαρό 20χρονο χορευτή θα γίνει σε τεύχος των New York Times τη δεκαετία του 1930. Το 2011 οι Los Angeles Times θα γράψουν: ‘’Η μουσική δεν έχει ακριβώς αυτό που αποκαλούμε αγίους. Αλλά κανείς άλλος μουσικός δεν βρίσκεται τόσο κοντά!»

      Ο Ινδός πρωθυπουργός τέλος θα γράψει: ‘’Μια εποχή τελειώνει με το θάνατο του Ravi Shankar. Το έθνος οφείλει στην αξεπέραστη διάνοιά του, την τέχνη αλλά και την απαράμιλλη ταπεινοφροσύνη του»

Ο κατά George Harrison ‘’νονός της world music’’ και κατά Yehudi Menuhin ‘’Mozart του σιτάρ’’ Pandit Ravi Shankar κάθεται πλέον στα δεξιά του θεού της μουσικής.

 

Μιχάλης Πολυχρόνης

Υ.Γ : Με ειδικό βραβείο Grammy θα τιμηθεί μετά θάνατον ο δημιουργός δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο εκπρόσωπος των βραβείων. «Είχαμε ανακοινώσει από την περασμένη εβδομάδα ότι θα λάβει αυτό το βραβείο» είπε. Και συμπλήρωσε: «Ο μουσικός έκανε το ινδικό σιτάρ πιο διάσημο στον κόσμο και είναι ένας πραγματικός πρεσβευτής της διεθνούς μουσικής»

 

 

 

No Comments Yet.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *